Eνάντια στο νέο ΠΚ Eνάντια σε κάθε εγκλεισμό

Eνάντια στο νέο ΠΚ Eνάντια σε κάθε εγκλεισμό

Κείμενο που μοιράζεται πόρτα – πόρτα και χέρι με χέρι

Η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συντελείται για ακόμα μια φορά εντός τεσσάρων χρόνων (τρεις φορές πραγματοποιήθηκε από τη διαχείριση της Νέας Δημοκρατίας και πρωτύτερα από αυτή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.). Οι νέες διατάξεις του νομοσχεδίου που ψηφίστηκε στις 22/2/2024 στοχεύουν στην ποινικοποίηση κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής που παρεκκλίνει από τα όρια του νόμου και της τάξης και επιφυλάσσουν τη φυλάκιση -στις ήδη γεμάτες φυλακές- για τους «παραβατικούς», τις αγωνίστριες, τους φτωχοδιάβολους, για όσα δεν συμμορφώνονται με τα κυρίαρχα πρότυπα «κανονικότητας» και υποταγής.

Η σημαντικότερη αλλαγή που φέρνει ο νέος νόμος είναι η αυστηροποίηση και η πραγματική έκτιση των ποινών. Αδικήματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «ελαφριά», καθώς τιμωρούνταν με «μικρές» ποινές, αναβαθμίζονται, ώστε η φυλακή να είναι το πιο πιθανό σενάριο για όλους (νοικοκυραίους και μη). Για παράδειγμα, η παρακώλυση συγκοινωνιών, η παρακώλυση της λειτουργίας κρατικών κτηρίων (ακόμα και από εργαζόμενους/ες που συμμετέχουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις), υπηρεσιών, υγειονομικών μονάδων (κινητών και μη), σχολείων αναβαθμίζεται σε αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή. Η παρεμπόδιση κλητήρων κατά τη διάρκεια εξώσεων ποινικοποιείται, όπως και μία σειρά πράξεων αντίστασης στην καθημερινότητα, γεγονός που καταδεικνύει ως σκοπό της κυριαρχίας την πάταξη της «μικρομεσαίας εγκληματικότητας» και την ευθεία στοχοποίηση και επίθεση στους από τα κάτω.

Μέχρι τώρα ο κανόνας ήταν η αναστολή της ποινής των αδικημάτων, από εδώ και πέρα κανόνας θα είναι η φυλάκιση, παράλληλα με τη «δυνατότητα» (άλλως ομηρία και εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας των καταδικασθέντων) για εναλλακτική έκτιση ποινής μέσω κοινωφελούς εργασίας. Ακόμα και σε δίκες εν εξελίξει ή σε περιπτώσεις άσκησης έφεσης, δεν θα εφαρμόζεται αναστολή, κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας. Ο τόπος της φυλακής διαχρονικά λειτουργεί ως «χωματερή» για τα «απόβλητα» του κοινωνικού σώματος, ως ένας τόπος υγειονομίστικης διαχείρισής τους, και τελικά, ως τόπος επίλυσης των αντιφάσεων του συστήματος. Η περαιτέρω συμφόρησή τους, ενδεχομένως, προωθεί και έναν νέο τρόπο διαχείρισης με τη μορφή Συμπράξεων Δημοσίου – Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) ή και πλήρους ιδιωτικοποίησής τους. Άλλωστε, οι φυλακές Κορυδαλλού ήδη από το 2023 έχει δρομολογηθεί να μετεγκατασταθούν στον Ασπρόπυργο και να λειτουργήσουν στο πλαίσιο των ΣΔΙΤ.

Μία σειρά ρυθμίσεων αποσκοπούν στον «εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης», όπως μας πληροφορεί ο τίτλος του νέου νόμου, μέσω της επιτάχυνσης των διαδικασιών της. Συγκεκριμένα, προβλέπεται πλέον μία μόνο αναβολή ανά υπόθεση με αυξημένο παράβολο, μη υποχρέωση παρουσίας των μπάτσων – μαρτύρων στις δίκες, εξέταση κατηγορουμένων και μαρτύρων εξ’ αποστάσεως (τηλεδίκες), κατάργηση της φυσικής παρουσίας του ανακρίνοντος ατόμου σε περίπτωση έρευνας – κατάσχεσης, ακόμα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο διάρθρωσης της δικαιοσύνης με μονομελή συνθέσεις. Στο όνομα δηλαδή της επιτάχυνσης και της επικράτησης του τεχνοκρατικού – νεοφιλελεύθερου πνεύματος «ενάντια στη γραφειοκρατία», συρρικνώνονται θεσμικές εγγυήσεις και διαδικασίες που λειτουργούσαν ως «ασφαλιστικές δικλείδες» για τα κατηγορούμενα άτομα. Τα κατηγορητήρια τώρα θα στήνονται ακόμα πιο εύκολα με απλή επίκληση γραπτών καταθέσεων μπάτσων, ενώ η ετυμηγορία θα προκύπτει συγκεντρωτικά και σχεδόν αυθαίρετα από μονομελείς ή ολιγομελείς συνθέσεις δικαστηρίων. Το αίτημα της «επιτάχυνσης» δεν μπορεί να αποκρύψει πως η ίδια η δικαιοσύνη είναι εξουσιαστική, ακόμα και αν χρησιμοποιεί μέσα φαινομενικά πολιτικά ουδέτερα (μέσα που ενισχύουν τον ψηφιακό ολοκληρωτισμό).

Ο νέος νόμος -θα μπορούσε να υποστηριχθεί- πώς πάει κόντρα στη λογική του αστικού δικαίου και του σωφρονιστικού συστήματος, όπως προέκυψε μέσα από τις κατακτήσεις του διαφωτισμού. Τα αιτήματα «να μπούνε γρήγορα όλοι οι ένοχοι στη φυλακή» και «να τιμωρηθούν όσο πιο αυστηρά γίνεται» κουβαλούν εντός τους την κατάργηση του πνεύματος του σωφρονισμού και την επικράτηση της ολοκληρωτικής και ακροδεξιάς λογικής του ποινικού λαϊκισμού, υπακούοντας στα συντηρητικά παραληρήματα των τελευταίων χρόνων από υποστηρικτές της αυστηροποίησης των πειθαρχικών μηχανισμών και του κολασμού που φτάνει μέχρι την επαναφορά της θανατικής ποινής. Ο συνδυασμός, λοιπόν, της επιτάχυνσης στην απονομή της «δικαιοσύνης» και της αυστηροποίησης των ποινών δεν καταλήγει σε κανέναν εκσυγχρονισμό, αλλά στη σύγκλιση του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς.

Υποτίθεται το ποινικό δίκαιο στην ελλάδα ήταν ανθρωποκεντρικό – σωφρονιστικό, ενώ υπό τις νέες ρυθμίσεις μετατρέπεται απροκάλυπτα σε αυτό που ήταν, είναι και θα είναι, σε τιμωρητικό. Συγκεκριμένα, η πρόβλεψη για την εξίσωση της συνέργειας με την αυτουργία δηλώνει μία μετατόπιση από την αρχή της ατομικής ευθύνης του δράστη στη συλλογική ευθύνη. Η τομή αυτή χαράχθηκε πριν χρόνια, την εποχή της κρίσης και της διάχυσης του φόβου έναντι της «τρομοκρατίας», με την συνακόλουθη ψήφιση του άρθρου 187Α ΠΚ (γνωστό ως τρομονόμο), το οποίο στόχευε στην ποινικοποίηση των αγωνιζόμενων ατόμων ακόμα και για τη συμμετοχή τους σε ομάδες του ανταγωνιστικού κινήματος. Πλέον ως εμπεδωμένη λογική, η συν-ευθύνη για πράξεις που τελούνται από τρίτο πρόσωπο έρχεται να εξαπλωθεί στην αντιμετώπιση του συνόλου των ποινικών αδικημάτων, ακόμα και αν αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποτιθέμενες αρχές του φιλελεύθερου δικαίου. Αυτή η ρύθμιση δείχνει με τον πιο εμφατικό τρόπο πως τα καθεστώτα εξαίρεσης έρχονται να ορίσουν μία άνομη περιοχή, εντός της οποίας ο κυρίαρχος ορίζει εκ νέου τον εαυτό του σε ένα χώρο «εντός» όσο και «εκτός» της υπάρχουσας έννομης τάξης, με σκοπό τη δημιουργία μίας επόμενης που έρχεται όχι για να αντιμετωπίσει την εσωτερική ή εξωτερική «απειλή» που δημιουργεί την κρίση, αλλά για να γίνει η νέα κανονικότητα. Η ανυπαρξία του νόμου δίνει θέση στην άσκηση της βιοπολιτικής, με την «απογύμνωση» του ατόμου από κάθε του ιδιότητα. Η εξουσία στο νεωτερικό βιοπολιτικό παράδειγμα έρχεται να διαχειριστεί τη γυμνή ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κυριαρχία διαπράττει «νόμιμα εκτός νόμου» το δικό της «έγκλημα» επανανοηματοδότησης των «δικαιωμάτων και του σωφρονισμού» και τελικά της ζωής.

Ο νέος νόμος εισάγει και παρεμβάσεις σχετικά με «την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας» χωρίς να ξεφεύγει από την λογική της ποινικοποίησης και της αυστηρής τιμωρίας ως πανάκεια για την αντιμετώπιση των πάντων. Η επίκληση του όρου «ενδοοικογενειακή βία» είναι προσχηματική και εντάσσεται στο πλαίσιο της φτηνής ευαισθητοποίησης τύπου #metoo. Από τη μία, αυξάνονται οι ποινές για αδικήματα που τελούνται και «εντός γάμου» (κάτι που δεν προβλεπόταν μέχρι σήμερα), από την άλλη, δεν συντελείται καμία ουσιαστική αλλαγή. Ο ορισμός του βιασμού δεν περιλαμβάνει την έννοια της συναίνεσης, ενώ αφορά μόνο τη στενή έννοια της γενετήσιας πράξης. Η γυναικοκτονία δεν τυποποιείται ως έγκλημα με έμφυλα χαρακτηριστικά και εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται υπό την αντικειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας. Η ψυχολογική βία εντάσσεται από το νέο νόμο ως συμπεριφορά που εμπίπτει στο πεδίο της ενδοοικογενιακής βίας μόνο όταν αφορά ανήλικα άτομα. Όμως, στην πράξη, η ψυχολογική βία -όπως και η οικονομική βία– είναι από τις πιο συνήθεις μορφές σεξιστικής βίας που δέχονται γυναίκες και άτομα που δεν πληρούν τα κυρίαρχα πρότυπα φύλου και σεξουαλικότητας. Επίσης, δεν προβλέπεται καμία επιτάχυνση των διαδικασιών για τις υποθέσεις έμφυλης βίας, ενώ το πολυσυζητημένο φαινόμενο της «ενδοοικογενειακής βίας» μάλλον απαξιώνεται με την εκδίκαση των υποθέσεων από μονομελή πλημμελειοδικεία. Επιπλέον, εισάγεται ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης αντί της ποινικής δίωξης των δραστών, εφόσον παρακολουθούν θεραπευτικά προγράμματα… Εκτός του ότι δεν υπάρχουν δομές με δυνατότητα παροχής τέτοιων υπηρεσιών, είναι προβληματική τόσο η ψυχιατρικοποίηση της βίαιης σεξιστικής συμπεριφοράς που γιατρεύεται σε συνεδρίες όσο και η μετακύλιση και πάλι της προσοχής στον κακοποιητή. Δηλαδή, για άλλη μία φορά, αυτό που ενδιαφέρει είναι η αποκατάσταση της έμφυλης τάξης αντί της ενδυνάμωσης και της προστασίας του επιζώντος ατόμου.

Όλες αυτές οι αλλαγές δείχνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την ταξική διάσταση της «Δικαιοσύνης», την εμπέδωση της πατριαρχικής εξουσίας, την διεύρυνση της κρατικής πολιτικής του ελέγχου, του φόβου και της συνεχούς υποτίμησης των ζωών μας. Σε συνέχεια μίας σειράς νόμων αντεργατικών, απελευθέρωσης των εξώσεων, περιβαλλοντικών με στόχο την αύξηση των κερδών του κεφαλαίου, έρχεται να προστεθεί και ο αυταρχικός νέος Π.Κ. για να εξασφαλίσει την εφαρμογή όλων των προηγούμενων.

Σε μία περίοδο πληθωριστικών πιέσεων, ακρίβειας και ανασφάλειας, η απάντηση του κράτους απέναντι στα καταπιεσμένα άτομα είναι: η καταστολή με την ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας, με την αύξηση των δαπανών για στρατιωτικό εξοπλισμό, με τη συμμετοχή σε διακρατικές πολεμικές επιχειρήσεις, με την εν γένει στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, με την αναθέρμανση των εθνικών ιδεωδών και των ρατσιστικών αντανακλαστικών, με την διάχυτη φυσική και ηλεκτρονική επιτήρηση, με την στοχοποίηση του κοινωνικού συνόλου ως «εν δυνάμει επικίνδυνου και παραβατικού», με την ποινικοποίηση κάθε μορφής αντίστασης. Όλα τα παραπάνω σκιαγραφούν το βάθεμα του νέου ολοκληρωτισμού, μία κατάσταση «πολυκρίσης» με κυρίαρχη αιχμή την τακτική της αντιεξέγερσης. Για όσα άτομα επιλέγουν να αντισταθούν στην κρατική επιβολή της εξαθλίωσης, να διεκδικήσουν ζωή και όχι επιβίωση, να αμφισβητήσουν το κρατικό μονοπώλιο της βίας, το κράτος επιφυλάσσει την στοχοποίηση και την ολοκληρωτική καταστολή του. Αντίστοιχα, κάθε αντίσταση των κρατουμένων (όποιας μορφής: απεργίες πείνας, αποχές συσσιτίων κλπ.) για καλύτερες συνθήκες και μεταχείριση εντός και εκτός φυλακής θα καταστέλλεται με επιβαρυντικά αποτελέσματα στην έκτιση των ποινών τους. Ταυτόχρονα, κάθε διεκδίκηση θα υπονομεύεται με την κρατική – μιντιακή προβολή των αιτημάτων τους ως σκανδάλου και με τη δημιουργία «ηθικού πανικού», όπως έγινε στην περίπτωση της αίτησης λήψης άδειας από τον Δ. Κουφοντίνα.

Ο νέος Π.Κ. είναι μέρος της συνολικότερης υποβάθμισης των ζωών μας και μας αφορά όλους/όλες/όλα. Ενάντια στα σχέδια των κυρίαρχων, ενάντια σε κάθε είδους καταστολή, ενάντια σε κάθε μορφή εγκλεισμού, προτάσσουμε την αλληλεγγύη των από τα κάτω και των αγώνα μέσα και έξω από τις φυλακές.

Στο νέο Ποινικό Κώδικα των κυρίαρχων,
να γράψουμε τον κώδικα της κοινωνικής ανυπακοής

Αλληλεγγύη στα διωκόμενα και φυλακισμένα

Μέχρι την καταστροφή κάθε κελιού και κλουβιού

Μπορείτε να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf:

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *